Σάντα Πόρι

February 22, 2010

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 8o: Η Φωτιά στο Λιμάνι του ΝΟΣ…

Filed under: παραμυθι — santapori @ 9:08 pm

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ
Ένα πελώριο σύννεφο από την Ανατολή αναστατώνει το φιλήσυχο Σάντα Πόρι – οι διψασμένοι κάτοικοι βγαίνουν στο δρόμο και ανακουφισμένοι από τις σταγόνες που έρχονται από τον ουρανό αναφωνούν: “Αααααααά!…”
the-universe-within-j-w-bakerΔυστυχώς δεν βρέχει. Είναι ο μάγος Γίσσπορ , που έρχεται από τα βάθη της Ανατολής σε μυστική αποστολή καθ’ υπόδειξη του Ραμπάχαλου Ροδοκόκκινου. Ο Γίσσπορ καταφθάνει στο λιμάνι, η Βαρβέτα Μανάρα κρύβεται για να αποφύγει τη συνάντηση και ο κόσμος φεύγει διψασμένος, κατουρημένος και απογοητευμένος.
Ο μάγος αντικρίζει τις κίτρινες πλάκες στο λιμάνι και τις περνάει για αλβανικές. Συναντιέται με τον αφιονισμένο Ρήγα Μπαστούνη και αποφασίζει να πεταχτεί ως τον Ακονητό.
Μετά από μία μαγευτική διαδρομή στα κάλλη του νησιού φθάνει στον προορισμό του όπου συναντά τη γνωστή Κουρούνα να τραγουδά ευτυχεσμένη…
Ο μάγος βλέπει τα Μπάζα, το βοθροτόπι και τις πέτρες, συμβουλεύεται την πιστή του κουκουβάγια και προσπερνά ένα ιπτάμενο δελτίο τύπου. Πάνω που αποφασίζει όμως να αλλάξει προορισμό χάνει τη φωνή του…
Την ίδια στιγμή στο Σάντα Πόρι τα πράγματα κυλούσαν κανονικά: η φύλαρχος έπινε το τίλιό της και διάβαζε τα e-mail της, συζητούσε με τον αντιφύλαρχο, πολεμούσε τα μπλογκς, φοβότανε τα γκλομπς και πεταγόταν και για μία απονομή -άμα λάχει- μέχρι τη μακρινή Αντίπαρο… 

Ο μάγος κατεβαίνει στα άδυτα του Σπηλαίου όπου αφού λύνει τα μάγια ξαναβρίσκει όχι μόνο τη φωνή του αλλά και τον καταζητούμενο Χρήστο Καραμέλα. Του αποκαλύπτει ότι είναι μεταδημότης και ο μάγος ανακαλύπτει ότι στο Σάντα πόρι η κατάσταση ίσως έχει γίνει έκρυθμη.   Σφραγίζει την είσοδο του Σπηλάιου και ψάχνει τρόπο να γυρίσει στο χωριό, όταν ένας οξύς διαπεραστικός θόρυβος, σαν σαΐτα, ακούστηκε να ‘ρχεται από το Νότο… Είναι η πασίγνωστη Γκαλερία Κακομοιραράκη, που κάνει λίγο χώρο για να ανεβεί ο Γίσσπορ στη μαγική μπουχάρα και έτσι φτάνει στο χωριό μια ώρα αρχύτερα…
 platmoir8 «…Αγαπημένες μου φίλες, συνεχίζουμε πάλι τη μετάδοσή μας μετά από το μικρό διάλλειμα. Έχουμε λοιπόν αυτό το ιπτάμενο χαλί Μπουχάρα από τη μακρινή χώρα του Ουζμπεκιστάν σε κεραμιδοκαννελοκόκκινο χρώμα με μαργαρίτα ροζέτα στο κέντρο και καρό μπορντούρα… Ας το δείξει η κάμερα λίγο πιο κοντά να αναδείξει τις λεπτομέρειές του μέχρι να φάω εγώ το αγαπημένο μου ρυζόγαλο πριν ζεσταθεί…»
Στο περίφημο οβάλ γραφείο η φύλαρχος Μανάρα Βαρβέτα έπινε το καθιερωμένο της λασπώδες τίλιο και παρακολουθούσε την εκπομπή της κ.Κακομοιραράκη, που ήταν σε απευθείας μετάδοση από μια πλατεία που κάτι της θύμιζε αλλά μόνο μετά από πολλές εργατοώρες σκέψης θα μπορούσε να αναγνωρίσει σαν την πλατεία του Σάντα Πόρι. Το βλέμμα της έπεσε πάνω σε κάτι ξέφτια από το πανάκριβο χαλί του οβάλ γραφείου, που είχε αγοράσει πολλά χρόνια πριν από την εκπομπή της Κακομοιραράκη με κουπόνια που είχε μαζέψει από την αγαπημένη της εφημερίδα, «Τα Νέα Πόρι Σανταπόρι». Το χαλί είχε παλιώσει απ’ τα πολλά σούρτα φέρτα των βουλευτάδων, των λιμοκοντόρων, των δημοσιογράφων, των δικηγόρων και των θεληματάδων κι ήταν καιρός να ανανεωθεί, και γρήγορα μάλιστα, γιατί ήταν γνωστό σε όλους ότι σε λίγο δεν θα υπήρχαν λεφτά
1Έβαλε τις ελβιέλες της και βγήκε μια βόλτα στον καθαρό αέρα του λιμανιού να σκεφτεί καλύτερα. Ένα υπέροχο πλακόστρωτο κοσμούσε το γραφικό λιμάνι. Αλβανοί εργάτες σφυρηλατούσαν εδώ και μήνες στο ιδρωμένο καλοκαιρινό καταμεσήμερο την πέτρα της πατρίδας τους και τώρα πια την είχαν στρώσει με απέριττη μαεστρία σε όλο το πανέμορφο λιμάνι. Το έργο είχε πια τελειώσει, μια σπουδαία κληρονομιά στις επόμενες γενιές του Σανταπόρι..  
Ήταν μία ειδυλλιακή μέρα για το εξωτικό νησί. Στο βάθος, ανοικτά του λιμανιού σκαφάκια ιστιοπλοΐας έμπαιναν αργά, πλησιάζοντας τις υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις του Ναυτικού Ομίλου Σανταπόρι, γνωστού και ως «ΝΟΣ», συντομογραφία του «ορφανός». Η πιστή ακόλουθος Έλι Φράπα που, κατάκοπη από τα αναγκαία μικρορουσφετάκια, λιαζόταν στα νεόκτιστα παγκάκια, σηκώθηκε και συνόδεψε τη φύλαρχο στη βόλτα της.
-Αυτά τα σκαφάκια είναι δικά μας;
-Μάλιστα.
-Ναι, αλλά εμένα δεν μ’ αρέσει η ιστιοπλοΐα. Γιατί δεν με ρώτησαν πρώτα; Κομμένη η χρηματοδότηση.
-Κομμένη είναι έτσι κι αλλιώς.

2- 
-Ευτυχώς που είμαι προνοητική, απάντησε με υπερηφάνεια η φύλαρχος Μανάρα Βαρβέτα. «Όλα καλά, λοιπόν και σήμερα», συμπλήρωσε, καθώς ξεκίνησε μια σύντομη χαρωπή βόλτα στο πλακόστρωτο.

«Ξέρετε, αγαπημένη μου φύλαρχε, μήπως είναι ώρα να συζητήσουμε για εκείνη την αυξησούλα που σας είχα ζητήσει πριν τις εκλογές;
Η φύλαρχος άκουσε μόνο την τελευταία λέξη, αφού στο μυαλό της τριγύριζε αυτή η όμορφη μπουχάρα που διαφήμιζε η Κακομοιραράκη στην εκπομπή της. «Εκλογές» είπε σιγανά και με έκδηλη νοσταλγία. Αμέσως επέστρεψε στο παρόν.

«Έρχονται εκλογές και εκείνη η μπουχάρα μια χαρά θα ταίριαζε στο οβάλ γραφείο, κάνει ομοιοκαταληξία και με το όνομά μου, η Μπουχάρα της Μανάρα». Γύρισε στην πιστή ακόλουθό της:
-Θα αγοράσω όσο όσο τη μπουχάρα. Βάλτη στα έξοδα γραφείου. Κι αν είναι ιπτάμενη βάλτη στα έξοδα κίνησης.

Η ακόλουθος δεν απόρησε για αυτήν την αντίληψη περί ανακατανομής του δημόσιου χρήματος. Ήταν το νέο δόγμα σε όλη την επικράτεια εδώ και καιρό. Αμύνεσθε περί πάρτης, νυν υπέρ πάρτης ο αγών. Παρόλα αυτά ήθελε να ‘ναι καλυμμένη.
-Ξέρετε… Είχε γίνει σάλος όταν είχατε αγοράσει εκείνη την καφετιέρα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Βούιξαν τα μπλογκς, ο τύπος και τα ραδιόφωνα.
-Μη στεναχωριέσαι, πιστή μου Έλι Φράπα, τα’ χω σκεφτεί όλα. Όσα χωράνε στο νου μου δηλαδή. Καταρχήν το είχε γράψει η αγαπημένη μου εφημερίδα;
-Τα «Νέα Πόρι-Σάντα Πόρι» εννοείτε; Όχι, ούτε πρόκειται.
Είδηση που δεν δημοσιεύεται εκεί δεν είναι είδηση. Σιγά μην πιστέψει ο κόσμος τα μπλογκς. Αλλά ακόμα και αν συμβεί αυτό, έχω λύση: θα στείλω κάνα δυο εξώδικα πάλι για αποπροσανατολισμό και το ζήτημα θα ατονήσει. Θα βάλω και το δικαστή Ντρενταγκάνα να γράψει και μία ανοικτή επιστολή προς το σινάφι του Καβλέντεη και του Ρήγα Μπαστούνη. Στην ανάγκη θα ντυθώ πάλι Σούπερ Γούμαν για να επιβάλλω το Νόμο και την Τάξη. Ή θα βάλω τον Ζαν Κλωντ Βαν Ντάμη να βάλει φωτιά στο λιμάνι για αντιπερισπασμό. Έχω πολλά εναλλακτικά σχέδια όπως βλέπεις.


Η φύλαρχος κοίταξε το χάι τεκ ρολόι της, δώρο του Φαυλόπουλου πριν λίγα χρόνια. Ακίνητο κι ασάλευτο σα νεκρό, έδειχνε την ώρα δυο φορές τη μέρα με απαράμιλλη ακρίβεια. Η μία ήταν αμέσως τώρα.
paros-noa-2009-012[3]

Ε-mail και φίλοι  μηδέν… Ήταν η κατάρα των μεγάλων ηγετών, να είναι πάντα μόνοι.

-Πάμε, πέρασε η ώρα, σε λίγο θα αρχίσει η λαϊκή συγκέντρωση για το σχέδιο Καλλιτζάκης και τη συνένωση Πόρι Σάνταπόρι. Πρέπει να στολιστώ, να σουλουπωθώ, να πάω κομμωτήριο… Ίσως να είναι κι η τελευταία μου εμφάνιση… Εξάλλου, πόσες λαϊκές συγκεντρώσεις θα γίνουν ακόμα από τους θολοκουλτουριάρηδες του Σάντα Πόρι αν τελικά συνενωθούμε; Δε μου λες; Επίσημοι θα έρθουν; Αν είναι, να βάψω και τις ρίζες μου, αν και λένε ότι η βαφή της ρίζας καίει τα εγκεφαλικά κύτταρα…
Η Έλι Φράπα άνοιξε το καρνέ της και με την πανάκριβη πένα της, δώρο του Ραμπάχαλου Ροδοκόκκινου, άρχισε να διαγράφει ένα ένα τα ονόματα:
-Γιουσουφλιάς πάει, Βούρτσης πάει δεν πάει, Καβλέντεης αγνοείται, Ρήγας Μπαστούνης ντηλήτ, Τριδαγκάνας σε αποστολή, Δαλάι Λάμβδα σε νιρβάνα, Φαυλόπουλος πάει, Συγκαμμένος πάει, Βαραμόπουλος παραπάει, Μπομπ Βουλγαράκης ανεπιθύμητος. Μείνατε εσείς, εγώ κι ο Γαμσώταυρος, που επίσης λείπει.
-Πού είν’ αυτός; Έχω καιρό να τον δω.
-Δεν θυμάστε; Τον έχετε στείλει από το καλοκαίρι σε μυστική αποστολή…
Κοίταξε για μια στιγμή στα μάτια τη φύλαρχο, μέσα στο απόλυτο κενό του βλέμματός της κατάλαβε αμέσως:
-Δεν θυμάστε, είπε με βεβαιότητα.
-Η αλήθεια είναι ότι κάποιες σπάνιες φορές θυμάμαι, αλλά κάνω πως δε θυμάμαι. Συνήθως όμως έχω τόσο λίγα στο κεφάλι μου που έπαψα να θυμάμαι. Αυτή τη φορά κάτι θυμάμαι αμυδρά, νομίζω είναι σε μία αποστολή που έχει να κάνει με τον Αστυνόμο και μια Κινέζα…
-Πινέζα… Του είπατε να στείλει τον Αστυνόμο στην πινέζα για να μη μπλέκει στα πόδια σας. Γι αυτό λείπει ο αντιφύλαρχος. Μυστική αποστολή. Μόνο που έχει περάσει τόσος καιρός κι ακόμα δεν γύρισε…
-Ας είναι. Θα πάμε οι δυο μας.

(συνεχίζεται και πολύ σύντομα μάλιστα…)
Τις δικές τους κουτσουλιές έβαλαν μέσω της τεχνογνωσίας τους και της έμπνευσής τους τα δαιμόνια ibis labs.

Μέχρι το επόμενο μέρος θυμηθείτε τα προηγούμενα φανταστικά αλλά προφητικά σενάρια, που μιμούνται έναν κόσμο πραγματικό μεν, σκληρό, κωμικό και ανυπόληπτο δε.

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ
Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 1ο: Το σύννεφο έφερε βροχή

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 2ο: Το σύννεφο ΔΕΝ έφερε βροχή

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 3ο: Πέτρες και Τούβλα

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 4ο: “…Ψηλά κι αγνάντευε…”

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ – μέρος 5ο: “Η μελόντικα θα παίξει Σαλαμπάση”
Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 6o: Η καραμέλα του Μάγου

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 7o: Μια μπουχάρα θα μας σώσει…

Η σφήκα και η μελόντικα

Η σφήκα και η μελόντικα (ρίμα με τα εξώδικα): μέρος Α’ – η μελόντικα

Η σφήκα και η μελόντικα (ρίμα με τα εξώδικα): μέρος Β’ – η σφήκα

Η σφήκα και η μελόντικα και το Τριώδιο: μέρος Γ’

Η σφήκα και η μελόντικα και το Τριώδιο κι η τράπουλα…. (μέρος  Δ’)

Η σφήκα και η μελόντικα και το Τριώδιο κι η τράπουλα και η γιορτή…. (μέρος Ε’): η γιορτή
Advertisements

November 2, 2009

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 7o: Μια μπουχάρα θα μας σώσει…

Filed under: παραμυθι — santapori @ 5:16 pm

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΕΞΙ ΠΡΩΤΩΝ ΜΕΡΩΝ

4216835[3]

Ένα πελώριο σύννεφο από την Ανατολή αναστατώνει το φιλήσυχο Σάντα Πόρι – οι διψασμένοι κάτοικοι βγαίνουν στο δρόμο και ανακουφισμένοι από τις σταγόνες που έρχονται από τον ουρανό αναφωνούν: “Αααααααά!…”
Δυστυχώς δεν βρέχει. Είναι ο μάγος Γίσσπορ , που έρχεται από τα βάθη της Ανατολής σε μυστική αποστολή καθ’ υπόδειξη του Ραμπάχαλου Ροδοκόκκινου. Ο Γίσσπορ καταφθάνει στο λιμάνι, η Βαρβέτα Μανάρα κρύβεται για να αποφύγει τη συνάντηση και ο κόσμος φεύγει διψασμένος, κατουρημένος και απογοητευμένος.
Ο μάγος αντικρίζει τις κίτρινες πλάκες στο λιμάνι και τις περνάει για αλβανικές. Συναντιέται με τον αφιονισμένο Ρήγα Μπαστούνη και αποφασίζει να πεταχτεί ως τον Ακονητό.
Μετά από μία μαγευτική διαδρομή στα κάλλη του νησιού φθάνει στον προορισμό του όπου συναντά τη γνωστή Κουρούνα να τραγουδά ευτυχεσμένη…
Ο μάγος βλέπει τα Μπάζα, το βοθροτόπι και τις πέτρες, συμβουλεύεται την πιστή του κουκουβάγια και προσπερνά ένα ιπτάμενο δελτίο τύπου. Πάνω που αποφασίζει όμως να αλλάξει προορισμό χάνει τη φωνή του…
Την ίδια στιγμή στο Σάντα Πόρι τα πράγματα κυλούσαν κανονικά: η φύλαρχος έπινε το τίλιό της και διάβαζε τα e-mail της, συζητούσε με τον αντιφύλαρχο, πολεμούσε τα μπλογκς, φοβότανε τα γκλομπς και πεταγόταν και για μία απονομή -άμα λάχει- μέχρι τη μακρινή Αντίπαρο… 

Ο μάγος κατεβαίνει στα άδυτα του Σπηλαίου όπου αφού λύνει τα μάγια ξαναβρίσκει όχι μόνο τη φωνή του αλλά και τον καταζητούμενο Χρήστο Καραμέλα. Του αποκαλύπτει ότι είναι μεταδημότης και ο μάγος ανακαλύπτει ότι στο Σάντα πόρι η κατάσταση ίσως έχει γίνει έκρυθμη.   Σφραγίζει την είσοδο του Σπηλάιου και ψάχνει τρόπο να γυρίσει στο χωριό, όταν ένας οξύς διαπεραστικός θόρυβος, σαν σαΐτα, ακούστηκε να ‘ρχεται από το Νότο





-Εμέεεεναααα οι φίιιλοι μου είναι μαααααύρα πουλιά
Εμέεεεναααα οι φίιιλες μου είναι …
Κρα! Κρα! Η Γκαλερία Κακομοιραράκη!!! Πάνω σ’ ένα ιπτάμενο χαλί!!!

Η κουρούνα πέταξε πανευτυχής ψηλά.

Από τα βάθη της Ανατολής κι απ’ της Περσίας τα ύψη και τα πιο απόμακρα χωριά κι από εκεί κατευθείαν στα πιο δυσώδη κανάλια της τηλεόρασης, η θεά του κιτς και του σαχλοδήθεν φολκλόρ, αλλά φανατική λάτρης του ριζόγαλου της Vicky’s κι ένεκα τούτου γλυκιά σαν καραμέλα, η πασίγνωστη Γκαλερία Κακομοιραράκη πέρναγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα απάνω από τα καταπατημένα βουνά του Σάντα Πόρι.
 bouhara2

Η πασίγνωστη Γκαλερία Κακομοιραράκη καβάλα σε μία ιπτάμενη μπουχάρα

Το έμπειρο γερακοβοϊδίσιο μάτι της, αυτό που ξετρύπωνε την πιο πολύχρωμη μπουχάρα ανάμεσα από άλλα χάλια χαλιά και τελικά κατέληγε σε μια ολόκληρη συλλογή από «διαχρονικά χειροποίητα χαλιά σε απίστευτες τιμές» που ξεπούλαγε στο πανελλήνιο κοινό της, δε λάθεψε. Από τόσο ψηλά είδε τέτοιες λεπτομέρειες που μόνο μια κουρούνα ή μια έμπειρη τηλεπερσόνα θα μπορούσε να παρατηρήσει: «Απίshτευτο! ο μάγος Γίσσπορ στο σπήλαιο Σάντα Πόρι!» είπε η Γκαλερία διακόπτοντας για λίγο την απευθείας σύνδεση με το κανάλι της…

Ο μάγος της ήταν κάτι παραπάνω από γνωστός. Στα ίδια βουνά που εκείνος μαθήτευε πλάι σε μαθουσάλες μάγους και απομνημόνευε τα βότανα, τους χρησμούς, τα ξόρκια και τα φυλαχτά που θα του χρησίμευαν αργότερα πολλές φορές στη ζωή του, εκεί, στα ίδια μέρη, η κυρία Γκαλερία Κακομοιραράκη αγόραζε κοψοχρονιάς πανάκριβα χαλιά και κιλίμια. Πότε πότε μάλιστα, πετύχαινε σε τιμή ευκαιρίας και κανένα μαγικό χαλί που είχαν αποσύρει οι μάγοι, σαν κι αυτό που τώρα έσκιζε απάνω του το σανταποριανό αιθέρα. Προσγειώθηκε με χάρη πλάι στην από τα ίδια τα γεγονότα ξεπερασμένη πινακίδα του Σπηλαίου Σάντα Πόρι.

spilaio-bouhara-1

Η μπουχάρα στο Σπήλαιο Σάντα Πόρι

-Γεια σου μεγάλε Γίσσπορ, ποιος θα το περίμενε ότι θα σε ξανααντάμωνα μετά από τόσο καιρό εδώ, στο μακρινό Σάντα Πόρι. Τι σκαρώνεις πάλι; Καμία αλχημεία στις τοπικές εκλογές ή καμιά αλχημεία να κάνεις το σκατό που είδα εδώ παραδίπλα χρυσό;

Ο μάγος δεν είχε σκοπό ούτε καν να χαιρετήσει. Αν την είχε αντιληφθεί έγκαιρα, θα χωνόταν βαθιά μέσα στο καπέλο του προσπαθώντας να περάσει απαρατήρητος. Ήταν πολύ απασχολημένος με το Κακό που φαινόταν πως είχε πλήξει το Σάντα Πόρι και δεν είχε καμία όρεξη να χασομερήσει ανοίγοντας κουβέντα με μία χοντρή κυρία που, ανεβασμένη σε ένα μαγικό χαλί, πήγαινε προς το Σάντα Πόρι. Τα μάτια του ξαφνικά έλαμψαν. «ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΑΝΤΑ ΠΟΡΙ;» σκέφτηκε και τα γέρικα μάτια του φωτίστηκαν, το δε πρόσωπό του έλαμψε τόσο που κι οι πιο αιωνόβιες ρυτίδες του εξαφανίστηκαν για λίγο. Είχε βρει πώς θα ταξιδέψει μέχρι το χωριό.

-Καλώς την όμορφη κυρία Κακομοιραράκη, έγλυψε με τα λόγια του ο μάγος την τηλεπερσόνα. Πώς από τα μέρη μας;

-Πάω μέχρι το Σάντα Πόρι να φάω το αγαπημένο μου γλυκάκι γιατί κατά τη διάρκεια της ζωντανής εκπομπής με έπιασε υπογλυκαιμία και ήθελα να φάω κάτι γλυκό. Και τι καλύτερο από το αγαπημένο μου ρυζόγαλο; Δε μου είπες όμως, εσύ τι κάνεις εδώ;

-Ας πούμε εθιμοτυπική επίσκεψη. Κι εγώ στο Σάντα Πόρι πηγαίνω. Αν δεν σας ήταν κόπος θα μπορούσατε να με πάρετε μαζί σας; Είμαι εξουθενωμένος. Έχουν συμβεί τόσο πολλά κι είμαι τόσο γέρος και ταλαιπωρημένος και…

Προτού ο μάγος φτάσει στα κατώτατα επίπεδα αυτοευτελισμού για να τον λυπηθεί η τηλεπερσόνα, η καλόκαρδη Γκαλερία έκανε λίγο χώρο να ανεβεί ο Γίσσπορ στη μαγική μπουχάρα και, μ’ ένα απαλό χάιδεμα στα πλούσια κρόσσια, απογειώθηκαν για το χωριό. Από πίσω πετάξανε η Αφ-Αλ-Άτοσι και τελευταία η εκστασιασμένη κουρούνα που έβλεπε ζωντανά μπροστά της έναν μύθο της ελληνικής τηλεόρασης. 

plat-moir«…Αγαπητές μου φίλες συνεχίζουμε πάλι τη μετάδοσή μας μετά από το μικρό διάλλειμα. Έχουμε λοιπόν αυτό το ιπτάμενο χαλί Μπουχάρα από τη μακρινή χώρα του Πακιστάν σε κεραμιδοκαννελοκόκκινο χρώμα με μαργαρίτα ροζέτα στο κέντρο και καρό μπορντούρα… Ας το δείξει η κάμερα λίγο πιο κοντά να αναδείξει τις λεπτομέρειές του μέχρι να φάω εγώ το αγαπημένο μου ρυζόγαλο πριν ζεσταθεί…»

(συνεχίζεται σύντομα…)

Τις δικές τους κουτσουλιές έβαλαν μέσω της τεχνογνωσίας τους και της έμπνευσής τους τα δαιμόνια ibis labs.


Μέχρι το επόμενο μέρος θυμηθείτε τα προηγούμενα φανταστικά αλλά προφητικά σενάρια, που μιμούνται έναν κόσμο πραγματικό μεν, σκληρό, κωμικό και ανυπόληπτο δε.

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 1ο: Το σύννεφο έφερε βροχή

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 2ο: Το σύννεφο ΔΕΝ έφερε βροχή

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 3ο: Πέτρες και Τούβλα

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 4ο: “…Ψηλά κι αγνάντευε…”

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ – μέρος 5ο: “Η μελόντικα θα παίξει Σαλαμπάση”
Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 6o: Η καραμέλα του Μάγου

Η σφήκα και η μελόντικα

Η σφήκα και η μελόντικα (ρίμα με τα εξώδικα): μέρος Α’ – η μελόντικα

Η σφήκα και η μελόντικα (ρίμα με τα εξώδικα): μέρος Β’ – η σφήκα

Η σφήκα και η μελόντικα και το Τριώδιο: μέρος Γ’

Η σφήκα και η μελόντικα και το Τριώδιο κι η τράπουλα…. (μέρος  Δ’)

Η σφήκα και η μελόντικα και το Τριώδιο κι η τράπουλα και η γιορτή…. (μέρος Ε’): η γιορτή


ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ, ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΣΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ “Ο πειρατής, ο νάνος και το μαγικό διαμάντι” …

clip_image0143 clip_image0045

October 19, 2009

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 6o: Η καραμέλα του Μάγου

Filed under: παραμυθι — santapori @ 1:00 pm
ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΕΝΤΕ ΠΡΩΤΩΝ ΜΕΡΩΝ

Ένα πελώριο σύννεφο από την Ανατολή αναστατώνει το φιλήσυχο Σάντα Πόρι – οι διψασμένοι κάτοικοι βγαίνουν στο δρόμο και ανακουφισμένοι από τις σταγόνες που έρχονται από τον ουρανό αναφωνούν: “Αααααααά!…”

Δυστυχώς δεν βρέχει. Είναι ο μάγος Γίσσπορ , που έρχεται από τα βάθη της Ανατολής σε μυστική αποστολή καθ’ υπόδειξη του Ραμπάχαλου Ροδοκόκκινου. Ο Γίσσπορ καταφθάνει στο λιμάνι, η Βαρβέτα Μανάρα κρύβεται για να αποφύγει τη συνάντηση και ο κόσμος φεύγει διψασμένος, κατουρημένος και απογοητευμένος.
Ο μάγος αντικρίζει τις κίτρινες πλάκες στο λιμάνι και τις περνάει για αλβανικές. Συναντιέται με τον αφιονισμένο Ρήγα Μπαστούνη και αποφασίζει να πεταχτεί ως τον Ακονητό.
Μετά από μία μαγευτική διαδρομή στα κάλλη του νησιού φθάνει στον προορισμό του όπου συναντά τη γνωστή Κουρούνα να τραγουδά ευτυχεσμένη…
Ο μάγος βλέπει τα Μπάζα, το βοθροτόπι και τις πέτρες, συμβουλεύεται την πιστή του κουκουβάγια και προσπερνά ένα ιπτάμενο δελτίο τύπου. Πάνω που αποφασίζει όμως να αλλάξει προορισμό χάνει τη φωνή του…
Την ίδια στιγμή στο Σάντα Πόρι τα πράγματα κυλούσαν κανονικά: η φύλαρχος έπινε το τίλιό της και διάβαζε τα e-mail της, συζητούσε με τον αντιφύλαρχο, πολεμούσε τα μπλογκς, φοβότανε τα γκλομπς και πεταγόταν και για μία απονομή -άμα λάχει- μέχρι τη μακρινή Αντίπαρο…

 

akonitos2
κουράδι ρίχνω στο γιαλό και πως να μη χεστώ, είν’ ένα μέρος μακρινό ζεστό και αχνιστό
Ανάμεσα στα Βοθρολούλουδα και τα Μπάζα του Ακονητού ο μάγος Γίσππορ στεκόταν αποσβολωμένος. Όχι τελείως, γιατί έκραζε πότε πότε. Του είχαν κάνει μάγια. Το ήξερε, αλλά ήταν απίθανο να τα λύσει μόνος του, αφού δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη πέρα από ένα κράξιμο, τόσο τέλειο που έκανε ακόμα και την κουρούνα, που λίγο παραδίπλα έχεζε πάλι εκστασιαμένη πλάι στις βοθροσωλήνες, να ζηλεύει.

Ο μάγος με γρήγορα βήματα πήρε το δρόμο προς το Σπήλαιο, ξωπίσω του ακολούθησε η Αφ-Αλ-Άτοσι και ακόμη παραπίσω η κουρούνα. Ο Γίσσπορ ήξερε το ξόρκι, το έκανε κι αυτός παλιά στους εχθρούς του: σίγουρα έφταιγε αυτός ο καταραμένος Καβλέντεης, μόνο αυτός ήξερε τέτοια ξόρκια. Γιατί όμως του το’ κανε; Μήπως του κράταγε κακία που ήταν ακόμα μεταμφιεσμένος σε σφήκα; Ο μάγος ήξερε και τη λύση, έπρεπε να πάει αμέσως στο Σπήλαιο, να κατέβει στα έγκατά του και να τρίψει την πλάτη του απάνω στο φημισμένο πανάρχαιο σταλαγμίτη που κοσμούσε το χώρο. Ύστερα να βρει τον Καβλέντεη και να του λύσει τα μάγια: όσο ήταν μεταμορφωμένος σε σφήκα κινδύνευε και η ζωή ακόμα του μάγου.

«Διάβασα στα Νέα Πόρι-Σανταπόρι ότι πρόσφατα έγιναν εγκαίνια στο Σπήλαιο, θα’ χει γίνει κούκλα», πετάχτηκε η κουκουβάγια που είχε μαντέψει τις προθέσεις του μάγου.

eisodos2Κράζοντας και μονολογώντας ο μάγος έφτασε μέχρι το περίφημο Σπήλαιο

Μετά από λίγο είχαν φτάσει ως εκεί κι ο Γίσσπορ στεκόταν έκθαμβος στην είσοδο του περίφημου Σπηλαίου Σάντα Πόρι. Μια διάχυτη οσμή καραμέλας γαργάλησε τη μύτη του Μάγου και το ράμφος των πουλιών.  Περίεργο. Ίσως γι’ αυτό της κουρούνας της ήρθε πάλι να χέσει. Πήγε λίγο παραπέρα, έτσι κι αλλιώς το αγαπημένο της βοθροτόπι στον Ακονητό ήταν μακριά πια.

«Μα τα Νεφελείμ… Είναι στ’ αλήθεια πολύ εντυπωσιακό. Μέχρι κι αυτή η γεύση καραμέλας προσδίδει στο χώρο άλλη ομορφιά. Τώρα καταλαβαίνω γιατί τόσοι και τόσοι επίσημοι στριμώχτηκαν για μια καλή θέση στην τελετή εγκαινίων πριν λίγους μήνες» σκέφτηκε από μέσα του ο μάγος αφήνοντας να βγει ένα χαμηλότονο συρτό κράξιμο.  Στράφηκε προς την αγαπημένη του πάνσοφη κουκουβάγια Αφ-Αλ-Άτοσι:

Κρααα! (Για να δούμε επιτέλους αυτό το περίφημο Σπήλαιο!)

Κ-Κρααα (θέλω να το επισκεφθώ)
Κ-Κ…Κρραααα… Κκρα κκραααααααα (Μμμ… Υπάρχει ένα μικρό προβληματάκι… Είναι κλειστό), έκραξε με τη σειρά της, σαν αληθινή κουρούνα, η κουκουβάγια.
Κρακαρα κραα κρρ; (Τουλάχιστον να βρούμε τον ξεναγό να μας πει δυο λόγια;)
Κρ-Κ… Κρα κραα (Εχμ… Δεν υπάρχει ξεναγός), αποκρίθηκε πάλι το σοφό πουλί.
Κρουκρα κρα κ-κρα κρρρρακααα; (Μήπως τότε απλά να βρούμε το ενημερωτικό φυλλάδιο για να μάθουμε κάτι περισσότερο γι αυτό το αριστούργημα;), ξαναρώτησε ο μάγος
Κρ-κ-κ… (Εχμμμ…), κόμπασε η κουκουβάγια, κρρρ κραα (ούτε φυλλάδιο υπάρχει)
Κρα κρα κρακρα (ξεράκιασα από το πολύ κρα κρα), είπε ο μάγος. Κρκραα κρρρρρα (πάμε να πιούμε λίγο νερό από το κυλικείο).
Κρα κραα (Ούτε το κυλικείο δουλεύει)
Κρααα! (ούτε η τουαλέτα δουλεύει!) προστέθηκε στη κουβέντα κι η κουρούνα, πιο χεσμένη από ποτέ.
Κροακρα κρααααα κραααα!!! Κρακρακρακραααα κρ κρ κρααα!!! (Τι αστείο είναι πάλι αυτό!!! Πώς αφήνουν έτσι στην τύχη του αυτό το κόσμημα; Λοιπόν αρκετά! Μπορεί να μη μπορώ να μιλήσω, αλλά τα χέρια μου ακόμα αντέχουν. Δεν θα με σταματήσει μια κλειδωμένη πορτούλα!!!).

Μ’ ένα δυνατό σάλτο ο μάγος βρέθηκε στην κορυφή του πελώριου φαλλόμορφου βράχου της εισόδου και με ένα σάλτο χάθηκε μες στα σκοτάδια του σπηλαίου. Ακόμα πιο εύκολα ακολούθησε πετώντας ξοπίσω του η πιστή Αφ-Αλ-Άτοσι, έχοντας αναλάβει την επιτήρηση του μάγου, του οποίου η όραση ήταν λόγω ηλικίας χειρότερη κι από το Άι Κιού της φυλάρχου Μ.Β..
 
Ο Γίσσπορ κατέβηκε τα σκαλοπάτια του Νέου Σπηλαίου πολύ αργά, το μόνο που του έλειπε τώρα ήταν να σπάσει κανένα πλευρό και να μείνει μέσα στα έγκατα της γης φωνάζοντας, ή σωστότερα κράζοντας, για βοήθεια. Έφτασε στον πυθμένα του σπηλαίου, όπου ανάμεσα σε μεγάλους σταλακτίτες και σταλαγμίτες, παλιοί όσο κι ο μάγος, ξεχώριζε ένας επιβλητικός σταλαγμίτης. Χωρίς χρονοτριβή ο μάγος γύρισε την πλάτη του στο βράχο και έτριψε τη γέρικη ραχοκοκαλιά απάνω του.

lightning
Ένας γαλάζιος σπινθήρας φώτισε τα σκοτεινά έγκατα του Σπηλαίου για μια στιγμή, βγήκε μέσα από το βράχο, ανέβηκε ψηλά και με ορμή έπεσε στο κεφάλι του Γίσσπορ, διαπερνώντας τον σύγκορμα και προκαλώντας του δυνατούς σπασμούς.

«Test: Ένα δύο, ένα δύο» φώναξε δυνατά και αφού βεβαιώθηκε πως η φωνή του είχε επανέλθει αναστέναξε: “Δεν αντέχω πολλά τέτοια συμβάντα στην ηλικία μου, πρέπει να κάνω το συντομότερο τον Καβλέντεη επιτέλους πάλι άνθρωπο”. Η κουκουβάγια γέλασε με τον αστεϊσμό του μάγου. «Εννοώ να τον κάνω από σφήκα πάλι άνθρωπο» διόρθωσε ο Γίσσπορ, και ήταν η πρώτη φορά που χαμογέλασαν κι οι δυο τους.

Έκανε μια κίνηση να φύγει όταν με την άκρη του ματιού του είδε μια σκιά να εξαφανίζεται πίσω από τους σταλακτίτες. Αρχικά νόμισε ότι τον ξεγέλασαν τα μάτια του, αλλά αμέσως μετά η σκιά ξανακινήθηκε, αυτή τη φορά χάθηκε ακόμα πιο βαθιά μες στα σκοτάδια του σπηλαίου. Ο μάγος πλησίασε αργά, ανάλαφρα, σαν να περπατάει στο βούρκο της Βοθρολυκής. Είχε φτάσει ακριβώς πίσω από την περίεργη σκιά.

«Κύριε» του φώναξε αυστηρά. Απότομα η σκιά γύρισε ξαφνιασμένη και μεμιάς φωτίστηκαν τα χαρακτηριστικά της.
«Παρακαλώ» αποκρίθηκε στο μάγο.

Ακόμα κι ο μάγος Γίσσπορ κατάλαβε ποιος ήταν: αν και δεν φορούσε καπέλο ναυτικού, τα μαύρα κοκάλινα γυαλιά ηλίου και η μαύρη σακούλα απορριμμάτων που ξεχείλιζε από πεντακοσάευρα φώναζαν δυνατά το όνομά του.

«Μα… εσείς είστε ο κύριος Καραμέλας…» ψέλλισε ο μάγος.
«Καραμέλας. Χρήστος Καραμέλας. Χαίρετε», συμπλήρωσε ο μυστηριώδης κύριος με το στόμφο που του προσέδιδε η ιδιότητά του: ο Χρήστος Καραμέλας ήταν ο άνθρωπος που ανέστησε το real estate στο φτωχό Σάντα Πόρι, που ξέπλυνε με χρήμα τον ιδρώτα του, που έφτιαξε την πρώτη αμιγώς ιδιωτική πλαζ, την περίφημη πλαζ Καραμέλα.
Πέρα από όλα αυτά, όμως, ο Χρήστος Καραμέλας ήταν ο γνωστός διαπλεκόμενος παράγοντας, που είχε κάνει πλούσιους πολλούς πρασινογάλαζους γίγαντες και γαλαζοπράσινους νάνους με το σκάνδαλο Μίζενς, που είχε διασυνδέσεις σε όλα τα κυβερνητικά κλιμάκια, που ψήφιζε σταθερά Μανάρα Βαρβέτα και που τον αναζητούσε εδώ και μήνες όλη η χώρα.

ο μάγος μύρισε καραμέλα στο χώρο
«Τι κάνετε εδώ;» ρώτησε ο μάγος.
«Βγήκα να ξεμουδιάσω λιγάκι, έτσι, για μια βόλτα. Ξέρετε, η βίλα μου, που έχει και αντιπυρηνικό καταφύγιο, επικοινωνεί κρυφά με αυτό εδώ το σημείο» είπε ο Χρήστος Καραμέλας και του έδειξε μία απύθμενη τρύπα πίσω από ένα σταλακτίτη. «Έρχομαι τακτικά εδώ, η υγρασία του μέρους βοηθάει το χρήμα μου να παραμένει φρέσκο».

Ο μάγος τα είχε χαμένα:

«Μα εσείς δεν είστε καταζητούμενος;»
«Ήμουν» είπε και έσκυψε κοντά, σχεδόν συνομωτικά, στο μάγο. «Είμαι όμως και… μεταδημότης» του ψιθύρισε. «Ο νούμερο 24…»
“Γιατί το κάνατε; Τι θα κερδίζατε;”
«Εγώ; Τίποτα, για τη φουκαριάρα τη Μανάρα μου το έκανα».

Ο Γίσσπορ γούρλωσε τα μάτια του. Πώς του είχε ξεφύγει από τον Καζαμία του στις αρχές του χρόνου;

“Μετά από τις καταγγελίες που βγήκαν στην εκπομπή του Μάκη Κιτρινάκη δεν είχα άλλη λύση. Με κυνηγούν όλοι. Κρύφτηκα μες στην απόρθητη βίλα μου μέχρι να με σώσουν οι φίλοι μου. Αλλά τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα είχα υπολογίσει”, είπε ο Χρήστος Καραμέλας και άρχισε να κλαίει γοερά.

Ο μάγος άρχισε να τον λυπάται.
«Τι συνέβη;»
«Περίμενα βοήθεια από τους φίλους μου αλλά δεν έχουν έρθει ακόμα».
«Ποιοι είναι οι φίλοι σας;»
«Ο Ραμπάχαλος Ροδοκόκκινος, ο Πάνω Συγκαμμένος, ο Βαραμόπουλος, ο Γιουσουφλιάς και άλλοι».

Η κουκουβάγια Αφ-Αλ-Άτοσι πήρε το λόγο, έτσι κι αλλιώς ήταν η πιο καλά πληροφορημένη από όλους για τις δραματικές εξελίξεις, αφού ήταν σε συνεχή σύνδεση μέσω twitter με το άριστα ενημερωμένο κοινοτικό site:
«Δυστυχώς κανείς από αυτούς δεν υπάρχει πια για σας…»
4216835[3]
««Πεθάνανε όλοι;»
«Κάτι χειρότερο. Πέσανε από την κυβέρνηση της χώρας».
«Μπου χου χουυυ… Πάει, έμεινα μονάχος, όπως του Ακονητού ο βράχος, σαν ξερόκλαδο σπασμένο, σαν ξωκλήσι ερημωμένο… Πάει ο Ραμπάχαλος Ροδοκόκκινος, πάει ο Πάνω Συγκαμμένος, πάει ο Βούρτσης, πάει ο Βαραμόπουλος, πάει ο Γιουσουφλιάς, πάνε όλοιιιιι. Μπου χου χουυυυ…»
«Και το χειρότερο», συμπλήρωσε η Αφ-Αλ-Άτοσι μόλις έμαθα ότι κι η τελευταία σου ελπίδα, η Μητέρα Τερέζα των μεταδημοτεύσεων, η λατρεμένη φύλαρχος, η αμίμητη, η μία και μοναδική Μανάρα Βαρβέτα, κινδυνεύει».

«Μπου χου χουυυ… Τετέλεσται!» Ο Καραμέλας έλιωνε στο κλάμα, σαν αληθινή καραμέλα.
«Και τώρα; Θα μείνετε εδώ; Μέχρι πότε;» ρώτησε ο μάγος.
«Δεν ξέρω ακόμη, ευτυχώς υπάρχει ένα σχέδιο που ίσως με σώσει. Δεν μπορώ όμως να σας το αποκαλύψω τώρα, είμαι συντετριμμένος, αυτό το νέο για τη φύλαρχο με αιφνιδίασε πραγματικά» ψέλλισε ο Καραμέλας μέσα από τα αναφιλητά του.

Ο μάγος δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Από όλα αυτά που του είπε ο Χρήστος Καραμέλας κράτησε ένα: αν ήταν αλήθεια ότι οι γαλάζιοι γίγαντες είχαν καταρρεύσει, αυτό σήμαινε έκρυθμες καταστάσεις και στο Σάντα Πόρι.

Κι ίσως να ήταν ήδη αργά, έπρεπε να βιαστεί, τουλάχιστον να σώσει τη Μανάρα Βαρβέτα, το Γαμσώταυρο, τον Καβλέντεη, το Ρήγα Μπαστούνη, κι όσους ήρωες του Σάντα Πόρι είχαν απομείνει. Το νησί ίσως κινδύνευε και για όλους τους άλλους.

Ανέβηκε σαν έφηβος τα εκατοντάδες σκαλιά και βγήκε ασθμαίνοντας στο φως. Για καλό και για κακό σκέφτηκε ότι θα ήταν καλύτερα να μην έχει άλλος πρόσβαση στο σπήλαιο. Έτσι κι αλλιώς παρατημένο που ήτανε κανείς δεν θα έπαιρνε χαμπάρι άλλη μία πινακίδα. Κοίταξε την εντυπωσιακή ταμπέλα της εισόδου:

tampela
  “Αυτή η Βαρβέτα είναι πραγματικά παντού” σκέφτηκε ο Γίσσπορ

“Κι η τελετή επίσης”, φώναξε η Αφ Αλ Άτοσι, καθώς διάβαζε τις τελευταίες λέξεις τις πινακίδας.
“Η τελετή τι;” ρώτησε κουρασμένος ο μάγος.
“Κι η τελετή με πόρους του ελληνικού δημοσίου έγινε, αλλά τι τα θες;  Το έργο απεντάχθηκε, θα το μάθουν και οι κάτοικοι σύντομα, οπότε τσάμπα οι τελετές και τα πανηγύρια και τα τραπεζώματα που η φύλαρχος έκανε ως μεγαλόκαρδη οικοδεσπότισσα…Ο λαός τα πλήρωσε πάλι.”
“Έτσι κι αλλιώς, λοιπόν,  αυτή εδώ η πινακίδα είναι άχρηστη” σκέφθηκε ο μάγος.

Πήγε λίγο παραπέρα κι έστησε τη δική του.

ucannotpass

Έψαξε μαζί με την μονάκριβη Αφ-Αλ-Άτοσι για έναν τρόπο να φτάσουν το συντομότερο στο χωριό του Σάντα Πόρι, ελπίζοντας να το βρουν ακόμα όρθιο. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ένας οξύς διαπεραστικός θόρυβος, σαν σαΐτα, ακούστηκε να ‘ρχεται από το Νότο…

(συνεχίζεται)

Τις δικές τους κουτσουλιές έβαλαν μέσω της τεχνογνωσίας τους και της έμπνευσής τους τα δαιμόνια ibis labs.

Μέχρι το επόμενο μέρος θυμηθείτε τα προηγούμενα φανταστικά αλλά προφητικά σενάρια, που μιμούνται έναν κόσμο πραγματικό μεν, σκληρό, κωμικό και ανυπόληπτο δε.

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 1ο: Το σύννεφο έφερε βροχή

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 2ο: Το σύννεφο ΔΕΝ έφερε βροχή

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 3ο: Πέτρες και Τούβλα

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 4ο: “…Ψηλά κι αγνάντευε…”

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ – μέρος 5ο: “Η μελόντικα θα παίξει Σαλαμπάση”

Η σφήκα και η μελόντικα

Η σφήκα και η μελόντικα (ρίμα με τα εξώδικα): μέρος Α’ – η μελόντικα

Η σφήκα και η μελόντικα (ρίμα με τα εξώδικα): μέρος Β’ – η σφήκα

Η σφήκα και η μελόντικα και το Τριώδιο: μέρος Γ’

Η σφήκα και η μελόντικα και το Τριώδιο κι η τράπουλα…. (μέρος  Δ’)

Η σφήκα και η μελόντικα και το Τριώδιο κι η τράπουλα και η γιορτή…. (μέρος Ε’): η γιορτή

October 14, 2009

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Filed under: bloggin',παραμυθι — santapori @ 9:21 am

the-comeback-

July 12, 2009

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ – μέρος 5ο: “Η μελόντικα θα παίξει Σαλαμπάση"

Filed under: παραμυθι — santapori @ 7:09 pm

Διαβάστε ολόκληρο το πρώτο μέρος εδώ, το δεύτερο εδώ,το τρίτο εδώ και το τέταρτο εδώ

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΜΕΡΩΝ
Ένα πελώριο σύννεφο από την ανατολή αναστατώνει το φιλήσυχο Σάντα Πόρι – οι κάτοικοι βγαίνουν στο δρόμο και ανακουφισμένοι από τις σταγόνες που έρχονται από τον ουρανό αναφωνούν: “Αααααααά!…”

Δυστυχώς δεν βρέχει, παρά είναι μόνο ο μάγος Γίσσπορ , καθώς έρχεται από τα βάθη της Ανατολής σε μυστική αποστολή καθ’ υπόδειξη του Ραμπάχαλου Ροδοκόκκινου. Ο Γίσσπορ καταφθάνει στο λιμάνι, η Βαρβέτα Μανάρα κρύβεται και ο κόσμος φεύγει απογοητευμένος.

Ο μάγος αντικρίζει τις πλάκες στο λιμάνι και τις περνάει για αλβανικές. Συναντιέται με το Ρήγα Μπαστούνη και αποφασίζει να πεταχτεί ως τον Ακονητό.

Μετά από μία μαγευτική διαδρομή φτάνει στον προορισμό του όπου συναντά τη γνωστή κουρούνα να τραγουδά ευτυχεσμένη…

Ο μάγος βλέπει τα Μπάζα, το βοθροτόπι και τις πέτρες, συμβουλεύεται την πιστή του κουκουβάγια και προσπερνά ένα ιπτάμενο δελτίο τύπου. Πάνω που αποφασίζει όμως να αλλάξει προορισμό χάνει τη φωνή του…

Την ίδια ακριβώς στιγμή που ο μάγος Γίσσπορ έκραζε απεγνωσμένα ανάμεσα στα βοθρολούλουδα και τα Μπάζα, κάτω στο μαγευτικό Σανταπόρι η φύλαρχος Βαρβέτα ατένιζε αφηρημένα το λιμάνι. Οι εργασίες πλακόστρωσης ήταν σε πλήρη εξέλιξη, ένας φόρος τιμής στην ένδοξο σύμμαχο Αλβανία: αλβανοί εργάτες, αλβανική πέτρα, αλβανικά μεροκάματα.

«Όλα καλά», σκέφτηκε, καθώς το βλέμμα της μετακινήθηκε προς τη θάλασσα. Ένα καΐκι φορτωμένο τουρίστες έμπαινε μεγαλόπρεπα στο γραφικό λιμάνι. Μικρά παιδιά και μεγάλοι ρουμιάδες περίμεναν λαίμαργα στο μώλο να το προϋπαντήσουν. Ήταν σαν τότε, κι αυτό ακριβώς πέρασε σα φευγαλέα σκέψη που μόλις πρόλαβε να συγκρατήσει η φύλαρχος Βαρβέτα. «Αχ! Τι ωραία! Ξαναγυρίζεται η Μανταλένα» αναφώνησε με συνήθη αφέλεια.

Ο Γαμσώταυρος τράβηξε την τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του και μ’ ένα «τακ» του δείκτη εκσφενδόνισε τη γόπα έξω από το παράθυρο, ξυστά από τα ψεύτικα λίλιουμ, προς τη θάλασσα. Γύρισε περήφανα προς τη φύλαρχο:

Antiparos_2«Κυρία Φύλαρχε, σας το έχω πει τρεις φορές ως τώρα, αυτή είναι η τέταρτη. Δεν είναι η Μανταλένα, το καραβάκι της γραμμής είναι, Πόρι – Σάντα Πόρι. Τα καταφέραμε να παντρέψουμε την παράδοση με τις σύγχρονες υψηλές μεταμανταλενικές απαιτήσεις», είπε και σαν να κορδώθηκε λίγο ακόμη. «Για άλλο θέμα ήρθα να σας δω , όμως».

«Υπάρχουν κι άλλα θέματα; Νόμιζα πως τα είχα λύσει όλα… Μισό λεπτό» είπε και ρούφηξε μια γουλιά από το τίλιο που άχνιζε μέσα στην κούπα πάνω στο οβάλ γραφείο. «Πριν μου πεις οτιδήποτε που θα με συγχύσει πρέπει απαραιτήτως να πιω λίγο τίλιο, ώστε να είμαι χαλαρή και ανέκφραστη». Ήπιε ηδονικά άλλη μια γουλιά και γύρισε προς το Γαμσώταυρο.

«Εντάξει, είμαι έτοιμη νομίζω, πες μου τι θέλεις.»

«Τα μπλογκς. Πρέπει να σταματήσουμε τα μπλογκς»

Η Μανάρα Βαρβέτα γούρλωσε τα μάτια και ανασηκώθηκε από τη θέση της ταραγμένη. Προφανώς το τίλιο δεν είχε δράσει ακόμη.

«Γκλομπς; Γκλοοόμπς; Βγήκαν στο δρόμο τα γκλομπς; Μα τι έγινε; Επανάσταση των κατοίκων; Αυτό ήταν λοπόν; Που θα κρυφτούμε τώρα

Ο αντιφύλαρχος έσπευσε να της εξηγήσει πριν συμβεί τίποτα μοιραίο.

“Όχι γκλομπς. Μπλογκς. Μπλοοογκς. Ιστολόγια. Αφού σας τα’ χω πει τόσες φορές. Σας έχω φτιάξει και ένα λογύδριο για να πείτε σχετικά στους υπηκόους.”

«Ναι, ναι, θυμήθηκα. Έχουμε προσλάβει κι ένα φωτογράφο να μας βγάλει μερικές φωτογραφίες από το Σάντα Πόρι για να τις βάλουμε στο φυλλάδιο που θα μοιράζουμε στις εκθέσεις. Ξυλοξένια, Τουριστικό Πανόδραμα και αλλού»

Ο αντιφύλαρχος ένιωσε την παλάμη του να τρέμει και ασυναίσθητα έψαξε το πακέτο με τα τσιγάρα στην κωλότσεπη, σα να ήθελε να βεβαιωθεί ότι ήταν εκεί. Για άλλη μια φορά, αυτή η κουβέντα δεν είχε νόημα. Έβγαλε ένα τσιγάρο και κοίταξε το ημερολόγιο στον απέναντι τοίχο. Τέσσερις Ιουλίου. Στην 1η του μήνα υπήρχε ένα μεγάλο κόκκινο σήμα “NO SMOKING”. Κοντοστάθηκε λίγο, κοίταξε τριγύρω απεγνωσμένα και συνοφρυωμένος βγήκε έξω από το οβάλ γραφείο να καπνίσει νόμιμα.

Η φύλαρχος διάβασε το λογύδριο που της έδωσε ο αντιφύλαρχος:Untitled-2

Ήπιε άλλη μια γουλιά τίλιο και αναστέναξε. Θυμήθηκε που της χάλασε η καφετιέρα, τότε που ο Καβλέντεης και το σινάφι του τη γέμισαν με λάσπη… Θυμήθηκε τη λάσπη που έπινε αδιαμαρτύρητα για μήνες νομίζοντας ότι είναι καφές. Θυμήθηκε με νοσταλγία τις πτήσεις πάνω από το νησί ντυμένη Σούπερ Γούμαν. Θυμήθηκε τα είκοσι ένδοξα χρόνια καριέρας…

Η Μανάρα Βαρβέτα ένιωσε ξαφνικά μόνη σ’ αυτό τον κόσμο. Έβγαλε από το συρτάρι το πανάκριβο λάπτοπ της και το άνοιξε. laptopscreen1Πέρασε ένα εικοσάλεπτο χωρίς να καταφέρει να συνδεθεί με το internet, αφού είχε ξεχάσει ότι το ασύρματο router ήταν άχρηστο σε ένα νησί που δεν έχει ασύρματο δίκτυο. Βγήκε στο δρόμο σε μια από τις σπάνιες εμφανίσεις της και έφτασε κοντά στις αλβανόπετρες. Ήταν γνωστό ότι εκεί ακριβώς μπορούσε να υποκλέψει κανείς σήμα από τα γειτονικά ξενοδοχεία. Κατάφερε να συνδεθεί και να τσεκάρει το messenger της:

«Φίλοι (0), Online (0)».
Ήταν η κατάρα των μεγάλων ηγετών, να είναι πάντα μόνοι.

«E-mail: (2)».

Με την ανυπομονησία μικρού παιδιού άνοιξε το πρώτο mail.

Ήταν από το επιτελείο του δικαστή Τριδαγκάνα: «Όλα ΟΚ από judge Dredd, η μελόντικα θα παίξει Σαλαμπάση». Η Φύλαρχος δεν καταλάβαινε τίποτα. Ασφαλώς το μήνυμα ήταν κωδικοποιημένο. Η Μανάρα Βαρβέτα δεν έχασε καιρό. Έβγαλε από το ράφι το πελώριο σκονισμένο Μέγα Κρυπτολεξικό της Σύγχρονης Μανταλενικής, που είχε συγγράψει ο Αγροφύλακας φίλος της για τέτοιες ακριβώς περιστάσεις. Η Φύλαρχος το είχε κερδίσει πανάξια, μαζεύοντας με ευλάβεια εκατό κουπόνια από τα Νέα Πόρι – Σάντα Πόρι, τα οποία και αντάλλαξε με το Μέγα Κρυπτολεξικό.

«Judge Dredd = Δικαστής Ντρενταγκάνας ή Τριδαγκάνας». Η φύλαρχος χαμογέλασε. Το είχε ήδη μαντέψει.

Έψαξε στις πυκνογραμμένες σελίδες του Μέγα Κρυπτολεξικού για τον επόμενο γρίφο: «Μελόντικα = εξώδικα, ακίνδυνα αλλά αποτελεσματικά νομικά τερτίπια». Η φύλαρχος χαμογέλασε και πάλι. Θυμήθηκε τα πετυχημένα της εξώδικα πριν λίγο καιρό που επέβαλλαν το νόμο και την ηθική στο Σάντα Πόρι.

«Θα παίξει Σαλαμπάση». Το Μέγα Κρυπτολεξικό δεν έγραφε τίποτα σχετικά. Η Μανάρα Βαρβέτα αμέσως πονηρεύτηκε τι είχε συμβεί. Κοίταξε το έτος έκδοσης του Κρυπτολεξικού. Έγραφε «2005».

«Είναι σαν το site που έχει μείνει στο 2005» σκέφτηκε. «Ο Σαλαμπάσης όμως ήρθε το 2008. Γι αυτό δεν το γράφει το Λεξικό του Αγροφύλακα».

Η φύλαρχος έκλεισε το Μέγα Κρυπτολεξικό και υποσχέθηκε να σκεφτεί αργότερα τι μπορεί να σημαίνει η φράση «η μελόντικα θα παίξει Σαλαμπάση». Θα της έπαιρνε μερικές εβδομάδες τελικά ώσπου να αντιληφθεί ότι η φράση σήμαινε πως τα εξώδικα θα γίνονταν αγωγές και πως επιτέλους θα χορεύανε οι συκοφάντες αντίπαλοι στο ρυθμό της Βαρβέτας. Και ότι θα γινόταν και πλουσιότερη κατά 200 χιλιάδες σανταπορικά νομίσματα.

Άνοιξε ανυπόμονα και το δεύτερο e-mail.

ΔΕΙΤΕ ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ -έγκυρο σαν κυράτσα- Gossip TV :

Χρήστος Καραμέλας: “γιατί έγινα ετεροδημότης στο Σανταπόρι. Πού θα κρυβόμουν αν με κυνηγούσαν”.

PRI-MADONNA: “θα κάνω πολιτικό γάμο με την οικιακή βοηθό μου στο Κοινοτικό Γραφείο Σάντα Πόρι. Ετοιμάζω και συνεργασία με τον Τζωρτζ Σαλάμπασις”. Αποκλειστικές δηλώσεις των επισήμων.

Tom Hanx: τολμάει και κάνει και γενέθλια…” και αποκλειστικές δηλώσεις για το πρόστιμο που εισέπραξε.


“Πρέπει να πάω κομμωτήριο, πάλι θα με ψάχνουν για δηλώσεις… Kai na xeskonisw kai ta agglika mou”, σκέφτηκε σε άπταιστα γκρήκλις η fylarhos Varveta.

Εκείνη τη στιγμή στο twitter του πολυτελούς i-phone της, που της είχε δωρίσει απλόχερα ο πιστός της σύντροφος κ. Βαρβέτας ακούστηκε ο ήχος από το twitter. Χάρις στην τελευταία λέξη της τεχνολογίας μπορούσε να συμμετέχει στα κοινοτικά συμβούλια και τις συνεδριάσεις του Λιμενικού Ταμ Ταμ, όπου κι αν γίνονταν αυτά. Έγραψε στα γρήγορα ένα “Ναι σε όλα. Εγκρίνονται” για το Κοινοτικό Συμβούλιο του Σάντα Πορι και ένα “Όχι σε όλα. Απορρίπτονται” για το Λιμενικό Ταμ Ταμ Πόρι – Σάντα Πόρι…

Εβαλε στην τσάντα της τα γκατζετάκια της, επέστρεψε στο οβάλ γραφείο και μύρισε τα ψεύτικα λίλλιουμ για να πάρει λίγο από τη φρεσκάδα τους. “Τι παράξενο, σκέφτηκε, μυρίζουν βοθρολυκή…” μονολόγησε.Σηκώθηκε όρθια κι άρχισε να βαδίζει προς την έξοδο.

“Πάμε” έγνεψε στον εαυτό της καθώς τον αντίκρισε μέσα από τον καθρέπτη του γραφείου. Ήταν φανερό ότι ξέχναγε όλο και περισσότερο.

“Μην αργείς” ξαναέγνεψε στο είδωλό της. “Πρέπει να προλάβω την απονομή του διάπλου που γίνεται σε λίγο στη μακρινή Αντίπαρο”.

Λίγες ώρες αργότερα, η απονομή του διάπλου Πάρου –Αντιπάρου αποκτούσε λάμψη και χρώμα. Και η Φύλαρχος του Σάντα Πόρι γινόταν δεκτή στο μακρινό νησί με πρωτόγνωρες επευφημίες…


Στο οβάλ γραφείο στο Σάντα Πόρι, πλάι από τα ψεύτικα λίλλιουμ, μία παχουλή σφήκα στεκόταν ακίνητη ανάσκελα, σαν πεθαμένη. Κανείς δεν ξέρει για πόσο καιρό. Μέρες, μήνες, χρόνια; Η απουσία της είχε αρχίσει να γίνεται κάτι παρακάτω από αισθητή. Παρόλα αυτά, η σφήκα-Καβλέντεης ήταν εκεί, ολοζώντανη, αποφασισμένη να παλέψει κι ας ανέπνεε βαριά, και καταριόταν το μάγο Γίσσπορ για την εξευτελιστική κατάσταση στην οποία βρισκόταν αυτή τη στιγμή.

(συνεχίζεται)

small-wizard-big-orb-carol-megivern

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΘΑ ΑΝΟΙΞΟΥΝ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΑΦΟΥ ΕΤΣΙ ΚΙ ΑΛΛΙΩΣ, ΟΠΩΣ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΕΦΤΑΣΑΝ ΣΤΗ ΣΚΛΗΡΗ, ΚΩΜΙΚH KAI ΦΤΗΝΗ ΜΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ –

ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ…

ΦΕΡΘΕΙΤΕ ΚΟΣΜΙΑ ΚΑΙ ΜΗΝ ΠΑΡΑΣΥΡΘΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΧΕΤΟ ΤΟΥ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ…

ευχαριστούμε τα ibis labs για την υπερπολύτιμη, ταχύτατη, ευφάνταστη, ανιδιοτελή και άρτια βοήθεια.

July 11, 2009

Έρχονται…

Filed under: παραμυθι — santapori @ 3:13 pm

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ

(Μέρος 5ο: “η μελόντικα θα παίξει Σαλαμπάση“)

Σάββατο βράδυ

June 28, 2009

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 4ο: “…Ψηλά κι αγνάντευε…”

Filed under: παραμυθι — santapori @ 10:12 pm

διαβάστε ολόκληρο το πρώτο μέρος εδώ, το δεύτερο εδώ και το τρίτο εδώ

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΡΙΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΜΕΡΩΝ
Ένα πελώριο σύννεφο από την ανατολή αναστατώνει το φιλήσυχο Σάντα Πόρι – οι κάτοικοι βγαίνουν στο δρόμο και ανακουφισμένοι από τις σταγόνες που έρχονται από τον ουρανό αναφωνούν: “Αααααααά!…” Δυστυχώς δεν βρέχει, παρά είναι μόνο ο μάγος Γίσσπορ , καθώς έρχεται από τα βάθη της Ανατολής σε μυστική αποστολή καθ’ υπόδειξη του Ραμπάχαλου Ροδοκόκκινου. Ο Γίσσπορ καταφθάνει στο λιμάνι, η Βαρβέτα Μανάρα κρύβεται και ο κόσμος φεύγει απογοητευμένος. Ο μάγος αντικρίζει τις πλάκες στο λιμάνι και τις περνάει για αλβανικές. Συναντιέται με το Ρήγα Μπαστούνη και αποφασίζει να πεταχτεί ως τον Ακονητό. Μετά από μία μαγευτική διαδρομή φτάνει στον προορισμό του όπου συναντά τη γνωστή κουρούνα να τραγουδά ευτυχεσμένη…

Μες σ’ αυτό το βοοοοόθροοοο είμαι μοναχή

Κι έχω συντροφιαααά μουυυυ κοπριά ζεστή

Κουράδι ριιίχνω στο γιαλό και πώς να μη χεστωωωώ

Είναι ένα μεεεέρος μαγικό, ζεστό και αχνιστοοοοοοό.

Λάλα λαλά λαλά λαλάλαϊ

Λάλα λαλά λαλά λαλάλαϊ

Λαλα λ..,

«Τι κάνεις εδώ!» διέκοψε ο μάγος την ειδυλλιακή σκηνή.

kourounashitΜια κουρούνα καθότανε στον ήλιο και χεζότανε, κελαηδώντας τραγούδια από τη μακρινή μανταλενική πατρίδα της. Ένα πελώριο βοθροτόπι απλωνότανε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του μάγου.

«Άστο, κατάλαβα» της είπε. «Χέσε ψηλά κι αγνάντευε» της είπε.

«Τι Natura, τι κατούρα» αποκρίθηκε αυτή ετοιμόλογη.

Το όμορφο πουλί συνέχισε τραγουδώντας τη δουλίτσα του κι ο μάγος, φοβούμενος μήπως κι η κουκουβάγια στον ώμο του θελήσει να αντιγράψει την κουρούνα, συνέχισε το δρόμο του φτάνοντας σε ένα σωρό από πελώριες πέτρες που γρήγορα αντιλήφθηκε ότι ήταν το μέρος που έψαχνε.

«Ώστε αυτός είναι ο Ακονητός…»

Το μέρος έμοιαζε βομβαρδισμένο, τεράστιες πέτρες σκορπισμένες σε όλο το τοπίο, από το τέλος του δρόμου έβλεπε να κατρακυλούν στην πλαγιά που έπεφτε στο πέλαγος.

«Κρα! Κρα! Το λατομείο έκλεισε! Κρα! Κραααα! Το λατομείο έκλεισε! Κραααα! Κρααα! Το έκλεισαν αυτοί οι οικωλόγοι… Κρα! Κρα! Κρα!» αφηνίασε η κουρούνα, ξαλαφρωμένη από τον απόπατο που κουβαλούσε.

Η κουκουβάγια Αφ Αλ Άτοσι σάλεψε για πρώτη φορά εδώ και ώρα, έριξε μια ματιά γεμάτη μίσος και αποστροφή προς το μαύρο κορακοειδές και έκανε μια κίνηση σα να ψάχνει ανάμεσα στα φτερά της. Χωρίς να αρθρώσει λέξη, έβγαλε ένα χαρτί διπλωμένο σαν πάπυρο. Παλιά καραβάνα στο νησί, η κουκουβάγια ήξερε καλύτερα από τον καθένα πρόσωπα και πράγματα, από το Αλ Σωόρι που έμενε με το μάγο έμπαινε τακτικά στο κοινοτικό site του Σάντα Πόρι και ενημερωνότανε με έγκυρο τρόπο για ό,τι συνέβαινε στο μακρινό νησί. Η Αφ-Αλ-Άτοσι ξετύλιξε προσεκτικά το ρολό και άρχισε να διαβάζει μεγαλόφωνα, κάνοντας και επεξηγηματικά σχόλια ανάμεσα στο κείμενο.

deltio-typou1

Ο μάγος Γίσσπορ έστεκε αποσβολωμένος. Να’ ταν μόνο οι πέτρες; Τα είχε χαμένα. Κοίταζε αριστερά κι έβλεπε σκατά, κοίταζε δεξιά κι έβλεπε πέτρες. Κοίταζε δεξιότερα κι έβλεπε τα Μπάζα, αυτό το είδος φυτού που άνθιζε με ιδιαίτερη επιτυχία στο τοπίο του Σάντα Πόρι, σε κάθε είδους μορφή: σωροί από σκουπίδια, πλυντήρια, λάστιχα, όνειρα και ελπίδες και πεταμένες ψήφοι.akonitos1

«Αυτοί εδώ άμα συνεχίσουν έτσι θα κάνουν τον Ακονητό σαν τα μούτρα τους», μονολόγησε. «Τι να κάνω για να βάλω μία τάξη» σκέφτηκε συνοφρυωμένος. Κοίταξε τα σκατά, αυτό το απέραντο αχνιστό κοπρολιβάδι που τάιζε τα χορτολούλουδα μέχρι τη θάλασσα και έκανε τα ψάρια ευτυχεσμένα. «Να κάνω τα σκατά Μπάζα;» αναρωτήθηκε.

Κοίταξε και τα Μπάζα, αυτό το υπέροχο γλυπτό της φύσης, άξιο έργο των μεταμανταλενιστών κατοίκων. «Ή μήπως να κάνω τα Μπάζα σκατά;» σκέφθηκε πάλι. Η κουρούνα γουργούρισε ευτυχισμένη στο τελευταίο ενδεχόμενο ενώ η Αφ Αλ Άτοσι παρέμενε ατάραχη, μοιάζοντας αρνητική σε κάθε εκδοχή. Ήταν φανερό ότι δεν μπορούσε να περιμένει από τα πουλιά τη λύση.

Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό του μία ιδέα σπάνιας σύλληψης. «Κι αν τα έκανα όλα, σκατά plakes__και μπάζα μαζί, πέτρες;»

«Ναι, να γεμίσει ο τόπος σκατοκίτρινες πέτρες και μετά να μας κατηγορήσουνε ότι φταίμε εμείς και για τις κίτρινες πέτρες στο λιμάνι», πρόλαβε η ΑφΑλΆτοσι να τον επαναφέρει.

Τη συζήτηση διέκοψε ένας διαξιφιστικός ήχος στον αμόλυντο αέρα του βουνού. Ο μάγος Γίσσπορ κοίταξε ψηλά: ένα χαρτί πέρασε από πάνω του. Έσκιζε τον αέρα με ταχύτητα, ήταν που το κείμενό του ήταν αιχμηρό ή πάλι βιαζόταν να πάει στον προορισμό του;

«Τι είναι; Δελτίο τύπου ή αγωγή πάλι;» ρώτησε ο μάγος Γίσσπορ την κουκουβάγια Αφαλάτοσι, που με ένα άνοιγμα των φτερών της πέταξε ψηλα, προς το χαρτί-σαϊτα.δελτιοτυπου

«Μπα, τίποτα, ένα δελτίο τύπου. Πάει μάλλον μόνο του κατευθείαν στο βοθροτόπι». Η κουκουβάγια πλησίασε στον αέρα το ιπτάμενο χαρτί, το έπιασε με το ένα της φτερό, αμέσως της ήρθε αναγούλα. «Πιφ!» έκανε και το άφησε λεύτερο να συνεχίσει προς τον τελικό του προορισμό.

Ο μάγος όλο και περισσότερο ένιωθε πως όχι μόνο έχανε την ώρα του αλλά και ότι όσο έμενε στο μέρος αυτό κάτι κακό του ετοίμαζαν οι εωσφορικές δυνάμεις του Σάντα Πόρι.

«Λοιπόν…» είπε, κι ήταν οι τελευταίες λέξεις που βγήκαν από το σταφιδιασμένο στόμα του εκείνο το απόγευμα.

Τότε ακριβώς ήταν που συνέβη το κακό.

«Κρα! Κραααα!

Κρα! Κραααα!»

Η κουκουβάγια γύρισε με έκπληξη προς το μάγο, το ίδιο κι η κουρούνα. Ο μάγος είχε γουρλώσει τα μάτια και φώναζε: «Κρα! Κρα!» Είχε χάσει τη φωνή του!!!

(συνεχίζεται)small-wizard-big-orb-carol-megivern

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΘΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΝ ΚΛΕΙΣΤΑ ΑΦΟΥ ΕΤΣΙ ΚΙ ΑΛΛΙΩΣ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΑΠΗΧΟΥΝ ΜΕΡΟΣ ΜΟΝΟ ΤΗΣ ΣΚΛΗΡΗΣ, ΚΩΜΙΚHΣ KAI ΦΤΗΝΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ – ΦΕΡΘΕΙΤΕ ΚΟΣΜΙΑ ΚΑΙ ΜΗΝ ΠΑΡΑΣΥΡΘΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΧΕΤΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ ΒΟΥΝΟΥ

May 23, 2009

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 3ο: Πέτρες και Τούβλα

Filed under: παραμυθι — santapori @ 8:07 pm

διαβάστε ολόκληρο το πρώτο μέρος εδώ
και το δεύτερο εδώ

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΩΤΟΥ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

Ένα πελώριο σύννεφο από την ανατολή αναστατώνει το φιλήσυχο Σάντα Πόρι – οι κάτοικοι βγαίνουν στο δρόμο και ανακουφισμένοι από τις σταγόνες που έρχονται από τον ουρανό αναφωνούν: “Αααααααά!…” Δυστυχώς δεν βρέχει, παρά είναι μόνο ο μάγος Γίσσπορ , καθώς έρχεται από τα βάθη της Ανατολής σε μυστική αποστολή καθ’ υπόδειξη του Ραμπάχαλου Ροδοκόκκινου. Ο Γίσσπορ καταφθάνει στο λιμάνι, η Βαρβέτα Μανάρα κρύβεται και ο κόσμος φεύγει απογοητευμένος. Ο μάγος αντικρίζει τις πλάκες στο λιμάνι…

Η φύλαρχος Μανάρα Βαρβέτα έβγαλε δειλά δειλά το κεφάλι της από τον ίσκιο της παράνομης πέργκολας, για μια στιγμή στραφτάλισε στο φως το ολόξανθο σαν αχυρώνας κεφάλι τόσο έντονα που για μια στιγμή θα νόμιζε κανείς ότι ήταν πράγματι τέτοιο. Ευτυχώς, ο μάγος ήταν στην άλλη άκρη του λιμανιού, δεν κοίταζε καν προς το μέρος της.

Η φύλαρχος Βαρβέτα κοίταξε με απορία μικρού παιδιού τους σωρούς από πέτρες που στόλιζαν το λιμάνι και γυρνώντας στο Γαμσώταυρο του είπε:

«Αυτές οι πέτρες…κάτι ήταν να τις κάνουμε».
«Δεν θυμάστε;» ρώτησε ρητορικά ο Γαμσώταυρος τραβώντας την τελευταία βαθιά ρουφηξιά από το τσιγάρο του πριν το εκσφενδονίσει στη θάλασσα, «αφού σας το εξήγησα».
«Μου το εξήγησες αλλά έχω τόσα λίγα στο μυαλό μου που ξέχασα να θυμάμαι»…

Στην άλλη άκρη ο μάγος Γίσσπορ κοίταζε με δέος τις πέτρες. Τι σύμπτωση! Θυμήθηκε ότι ίδιες πέτρες είχε δει κάποτε κοντά στα αλβανικά σύνορα, τότε που αναζητώντας τις ρίζες των προγόνων του είχε ταξιδέψει από τα Τίρανα μέχρι την Οαχάκα και τελικά αντιλήφθηκε ότι η καταγωγή του ήταν από το εξωτικό και απομονωμένο Αλ Σοώρι, ένα χωριό νομάδων στην άγονη έρημο του Φιλελιστάν. Αλβανικές πέτρες στο Σάντα Πορι; «Μάλλον σύμπτωση θα είναι», σκέφτηκε.
«Αυτές οι πέτρες πάντως δεν ήταν εδώ την τελευταία φορά που ήρθα… Τι συνέβη άραγε; Μάλλον έφτασε μέχρι εδώ η πέτρα που βγαίνει πλούσια από την περιοχή που μου είπαν κάποτε ο Ραμπάχαλος Ροδοκόκκινος κι ο Πάνω Συγκαμμένος. Πώς την είπαν……Ακίνητος, Ακούνητος, Αγέλαστος….»

«Ακονητός λέγεται!» πετάχτηκε με πηδηματάκια μέσα από τις βάρκες ένα γνώριμο τραπουλόχαρτο. Δεν υπάρχουν πολλά τραπουλόχαρτα που καπνίζουν… Ήταν ο Ρήγας Μπαστούνης.
«Ακούνητη κι αγέλαστη είναι η Βαρβέτα και όλο το σινάφι της. Βγάλε με από δω μέσα να τους δείξω…Βγάλε με σου λέω! Βγάλε με τώρα, το καλό που σου θέλω!»

Ο Γίσσπορ ήταν σε δίλημμα, από τη μια δεν ξεχνούσε την ανέλπιστη βοήθεια που του είχε προσφέρει ο Ρήγας πολλές φορές στο παρελθόν, από την άλλη όμως δεν μπορούσε και να του συγχωρήσει το φλερτ που αναίσχυντα έκανε τη μέρα του αγίου Βαλεντίνου με τη φύλαρχο Μανάρα Βαρβέτα. Το μόνο ελαφρυντικό του ήταν που εκείνη τη μέρα ακόμα κι ο ταγμένος στη νόμιμη αυτοεκτόνωση Δαλάι Λάμβδας έκανε τα γλυκά μάτια στον δικαστή Ντρενταγκάνα.

«Ρήγα Μπαστούνη, θα σε αφήσω εκεί που είσαι για την ώρα, αρκετά έχω στο μυαλό μου»

«Βγάλε με και θα σου πω κι άλλα. Ξέρεις που είναι ο Ακονητός; Ξέρεις ότι εκεί πετάνε και μπάζα; Κι έχω κι άλλα να σου πω… Βγάλε με και θα σου πω. Εεεεε! Που πας; Μη φεύγεις… Γίσσπορ! Γιιιιιιιίσποοοορ!»

Η φωνή του Ρήγα ξεμάκραινε και έσβηνε, σαν πολιτικό διάγγελμα, καθώς ο μάγος ανέβηκε πάλι πάνω στο σύννεφο που κινούνταν προς τα δυτικά και από ψηλά αναζήτησε τον περίφημο Ακονητό.
«Δυτικά-Νοτιοδυτικά είναι, συντεταγμένες 37.012, 25.030». Η πάνσοφη κουκουβάγια Αφ-Αλ-Άτοσι έμοιαζε να ξέρει τα πάντα για το Σάντα Πόρι. Ο Γίσσπορ απόρησε αλλά δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο.

Ο μάγος και η κουκουβάγια πέταξαν πάνω από τον υπέροχο και φανταστικό χλοοτάπητα του γηπέδου όπου τα αυτοκίνητα έκαναν κωλιές και οι γουρούνες γουρουνιές, δίπλα ακριβώς από τις νεόδμητες εγκαταστάσεις του Ναυτικού Ομίλου Φαναριού και θαύμασαν από ψηλά το υπέροχο σχολείο που θεμελίωσε με υπευθυνότητα και αποφασιστικότητα ο υπουργός Ληστιανίδης.

Καβάλα στο σύννεφο ανηφόρισαν με έκδηλη νοσταλγία την πλαγιά που κάποτε έκαιγε ο ιερός καπνός της χωματερής και τώρα σιγούσε μελαγχολικά.

Ατένισε με θαυμασμό τις επιβλητικές γυάλινες κατοικίες στις βουνοκορφές και καθρεφτίστηκε πάνω στα παράθυρά τους, καθώς ο άνεμος κυμάτιζε στα μακριά μαλλιά του και στα φτερά της Αφ-Αλ-Άτοσι. Για μια στιγμή ένιωσαν και οι δυο τους πως ήταν πάλι νέοι, κι αυτή η ψευδαίσθηση ήταν αρκετή για να τους δώσει δύναμη να πετάξουν ακόμα πιο ορμητικά, ακόμα ψηλότερα.

Προσπέρασαν σα σίφουνας τις ολοκαίνουριες γεωτρήσεις που έφερναν ηθικό νερό σε κάθε σπίτι και αντίκρισαν στο βάθος την επιβλητική κεραία του προφήτη Ηλία. «Ακόμα κι η εκκλησία εκσυγχρονίζεται», σκέφτηκε ο Γίσσπορ, «κι εγώ ταξιδεύω με κουκουβάγιες και σύννεφα». Κάπου δεξιά όπως κοίταζε αντίκρυσε ένα σαρακοφαγωμένο βουνό.

«Χωρίς αμφιβολία αυτό είναι…» μονολόγησε ο Γίσσπορ και πεζός πια άρχισε να βαδίζει προς τα κει.

Κραααααα! Κραααααα!

Μες σ’ αυτό το βοοοοόθροοοο είμαι μοναχή
Κι έχω συντροφιαααά μουυυυ κοπριά ζεστή
Κουράδι ριιίχνω στο γιαλό και πώς να μη χεστωωωώ
Είναι ένα μεεεέρος μαγικό, ζεστό και αχνιστοοοοοοό.
Λάλα λαλά λαλά λαλάλαϊ
Λάλα λαλά λαλά λαλάλαϊ
Λαλα λ..,

«Τι κάνεις εδώ!» διέκοψε ο μάγος την ειδυλλιακή σκηνή…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΘΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΝ ΚΛΕΙΣΤΑ, ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΠΟΥ ΑΠΗΧΟΥΝ ΤΗ ΣΚΛΗΡΗ, ΚΩΜΙΚH KAI ΦΤΗΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

ΟΠΟΙΟΣ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙ
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΦΗΣΕΙ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΣΤΟ e-mail (



ευχαριστούμε τα ibis labs για την πολύτιμη βοήθεια

May 19, 2009

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 2ο: Το σύννεφο ΔΕΝ έφερε βροχή

Filed under: παραμυθι — santapori @ 10:04 am

διαβάστε ολόκληρο το πρώτο μέρος εδώ
ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ
Ένα πελώριο σύννεφο από την ανατολή αναστατώνει το φιλήσυχο Σάντα Πόρι – οι κάτοικοι βγαίνουν στο δρόμο και ανακουφισμένοι από τις σταγόνες που έρχονται από τον ουρανό αναφωνούν: “Αααααααά!…”

…..
«Αααααα! Ξαλάφρωσα!!!» Καθώς ο λαός κάτω από τα πόδια του πανηγύριζε για τις αναπάντεχες σταγόνες από τον ουρανό, ο μάγος Γίσσπορ ικανοποιούσε μία από τις πιο βασικές του ανάγκες. Κι είναι αναμφίβολα από τις πιο απολαυστικές στιγμές ενός μακρού ταξιδιού όταν ο ταξιδιώτης, λίγο πριν σπάσει η κύστη του, καταφέρει να ξαποστάσει και να ουρήσει. Ο μάγος Γίσσπορ κρατιότανε και κρατιότανε μέχρι που δεν άντεχε άλλο, κι από το σύννεφο που είχε καβαλήσει κι ήταν τώρα πάνω από το Σαντα Πόρι, κατουρούσε τώρα με μία λυτρωτική αίσθηση ανακούφισης.

Από τα βάθη του Αλ Σωόρι κι από τα πέρατα της Ανατολής, ο μάγος Γίσσπορ είχε ξεκινήσει με μια σαφή αποστολή. Ή μάλλον όχι και τόσο σαφή, αφού ακόμα και σήμερα δεν είχε καταλάβει αν είχε στ’ αλήθεια δει το Ραμπάχαλο Ροδοκόκκινο ή αν τον είδε στον ύπνο του, που όσο γερνούσε τόσο πιο βαθύς και αλλόκοτος γινόταν. Όπως και να’ χει, ήταν σίγουρος ότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ο Ροδοκόκκινος του είπε: «δώσε τόπο στην κουρούνα να σ’ ανέβει στη μουτσούνα». Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ο Ροδοκόκκινος μιλούσε για το Σάντα Πόρι, αφού μόνο εκεί οι κουρούνες είναι τόσο δυναμικές. Είχε καιρό να κάνει κάτι πραγματικό σπουδαίο, δεν θυμόταν καν πότε ήταν το τελευταίο του ανδραγάθημα και, ξαφνικά, στο γερασμένο από τις χιλιετίες μυαλό του, μια επίσκεψη στο αγαπημένο Σάντα Πόρι πρόβαλλε ως μια σπουδαία ευκαιρία για να αλλάξει παραστάσεις, και συνάμα να κάνει κάτι σημαντικό για τον τόπο που αγάπησε.

Εξάλλου, είχε και ηθικούς λόγους να σπεύσει: κάποτε, σε χρόνους αμέτρητα παλιούς, είχε ερωτευθεί μια αρχαία ιέρεια του Δεσποτικού και κάτω από το ιερό του Απόλλωνα και υπό το άσβεστο φως του ήλιου είχαν ορκιστεί αιώνια αγάπη… Τα χρόνια όμως πέρασαν και η αγάπη έσβησε στο χρόνο. Ακόμα θυμόταν το όνομά της, όμως… Αμάλθεια… Και ήλπιζε ότι μπορούσε αυτή τη φορά να τη συναντήσει.

Πολύ γρήγορα (για το προχωρημένο της ηλικίας του) μετά τη ρητή εντολή του Ροδοκόκκινου, ο μάγος Γίσσπορ βρισκόταν καβάλα στο φτερωτό του Πήγασο, που θα τον πήγαινε μέχρι τα μισά της διαδρομής, κάπου πίσω από το όρος Ερμόν στη μακρινή Συρία. Εκεί θα έκανε ένα είδος τράνζιτ, αφού θα ξεπέζευε απ’ το άτι του και θα ανέβαινε σε ένα πάλλευκο σύννεφο που θα τον μετέφερε ως τον προορισμό του, το Σάντα Πόρι. Ήταν κι αυτό ένα επικοινωνιακό κόλπο: με το επιβλητικό σύννεφο να φτάνει αργά –σχεδόν ασάλευτα-, επιβλητικά κι αθόρυβα στο μικρό νησί ο Γίσσπορ πίστευε πως θα κάνει περισσότερη εντύπωση ο ερχομός του. Εξάλλου ο Ραμπάχαλος Ροδοκόκκινος τον είχε ήδη ενημερώσει για τη γοητεία που πάντα ασκούσαν στη φύλαρχο Βαρβέτα τα μεγάλα θεάματα.

Το σύννεφο άρχισε να καταπίνει και τα πρώτα σπίτια και τότε φάνηκε ψηλά απάνω του ο μάγος Γίσσπορ, ξανανιωμένος κι αγέρωχος, κρατώντας την αγαπημένη του πίπα και έχοντας στον αριστερό του ώμο την πάνσοφη Αφ-Αλ-Άτοσι, την πολυαγαπημένη του κουκουβάγια που του είχε δωρίσει κάποτε ο Σουλτάνος του Σιφνέι.
Κάτω, στο πλήθος, ένα μεταμανταλενάκι παιδί, με τα μάτια τσιμπλιασμένα από την κατάχρηση και το λαιμό να έχει εξαφανιστεί κάτω από τις λιπαρές δίπλες, αναφώνησε με ενθουσιασμό: «μαμά, είναι σα να παίζουμε στο World of Warcraft, είχες δίκιο που μου έλεγες ότι η ζωή έξω από το πισί είναι πιο ενδιαφέρουσα!»

Η φύλαρχος αναγνώρισε το Γίσσπορ αμέσως και ξεφύσησε με απογοήτευση, ενώ παράλληλα έκλεισε τα μάτια και έσφιξε τα χείλη σε ένα μορφασμό απελπισίας που έκανε το Γαμσώταυρο να σβήσει ανήσυχα το τσιγάρο του και να αρχίσει να σιγομουρμουράει τα περίφημα σταυρίδια του. Πιο πέρα, ο κόσμος ξίνιζε τα μούτρα του έχοντας πλέον αντιληφθεί τι ακριβώς ήταν αυτό που έβρεξε ο ουρανός. Η φύλαρχος, λίγο πιο ψύχραιμη, θυμήθηκε με πίκρα την τελευταία φορά που είχε έρθει ο μάγος στο νησί. Ήταν του Αγίου Βαλεντίνου και, χάρις στα ξόρκια του μάγου και τα καμώματα του Ρήγα Μπαστούνη και του Δαλάι Λάμβδα, το Σάντα Πόρι είχε μετατραπεί σε ένα απέραντο love parade. Προσπάθησε να κρυφτεί λίγο ακόμα και σχεδόν εξαφανίστηκε, μόνο τα ξανθά μαλλιά της αχνοφαίνονταν μέσα στον ίσκιο της πέργκολας, ώστε να γλιτώσει το δυσάρεστο χαιρετισμό.

Σιγά σιγά, το πλήθος απογοητευμένο αραίωνε κι επέστρεφε στα σπίτια του. Ήταν συνηθισμένο σε επιβλητικές αφίξεις πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών που πάντα αποδεικνύονταν πιο κούφιες κι από τις προεκλογικές φούσκες κάθε τέσσερα χρόνια, πιο ρηχές κι από τη μπαζωμένη παραλία του αγίου Σπυρίδωνα, πιο τοξικές κι από την πόσιμη βρύση του νησιού, πιο ανορθόγραφες κι από τα “ύποπτα” δελτία τύπου της κοινότητας.

Ο μάγος Γίσσπορ έμεινε μόνος να περιεργάζεται το λιμάνι. Η γέρικη αλλά αετίσια ματιά του δεν άργησε να εντοπίσει μερικούς σωρούς από υπέροχα λαξευμένες πέτρες που στόλιζαν το διάκοσμο όλης της παραλίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΥΝΤΟΜΑ


ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΘΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΝ ΚΛΕΙΣΤΑ, ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΠΟΥ ΑΠΗΧΟΥΝ ΤΗ ΣΚΛΗΡΗ, ΚΩΜΙΚH KAI ΦΤΗΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

ΟΠΟΙΟΣ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙ
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΦΗΣΕΙ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΣΤΟ e-mail (

ευχαριστούμε το ibis για την πολύτιμη βοήθεια

May 18, 2009

Οι νέες περιπέτειες του μάγου Γίσσπορ, μέρος 1ο: Το σύννεφο έφερε βροχή

Filed under: παραμυθι — santapori @ 4:12 am


(μέρος πρώτο των νεών περιπετειών του μάγου Γίσσπορ)

Κραααααά!!! Κραααααά!!!μια κουρούνα καθότανε σε βάρκα και λιαζότανε


Τοοο συυυύνεφο εεεέφερεεεεε βροοοχηηηή
Κι εεέχουμε μειιιιίνειιιι μοναααχοιιιιιί

Δις ιζ άουρ νάιτ
Κρααααά!!!
Του δε τοπ μπέιμπυυυυ…

Μια κουρούνα καθότανε στον ήλιο και λιαζότανε, κελαηδώντας τραγούδια από τη μακρινή μανταλενική πατρίδα της. Κελαηδάνε οι κουρούνες; Και μάλιστα, τραγούδια από τον ελληνικό κινηματογράφο, με λίγο από Σάκη;

Ήταν αναμφίβολα από το ξημέρωμά της μία ασυνήθιστη μέρα για το Σάντα Πόρι. Πηχτή υγρασία έλιωνε το σώμα της, η ζέστη τύλιγε το νησί σα φίδι καθώς όρθωνε η μέρα το φως της, και στο βάθος μια πυκνή ομίχλη, τείχος απροσπέλαστο, άρχιζε να απλώνεται. Αυτό το πελώριο σύννεφο που ερχόταν από την ανατολή και κατευθυνόταν αργά προς το Σάντα Πόρι ήταν που έβγαλε τους διψασμένους κατοίκους στον κεντρικό δρόμο. Με βλέμμα θολό και με τα χέρια τους προτεταμένα, σα ζόμπι από ταινία τρόμου b-movie, βγήκαν από τα σφαλισμένα σπίτια τους στον κεντρικό πεζόδρομο, πέρασαν σαν κασκαντέρ ανάμεσα στα διερχόμενα οχήματα και φτάνοντας στο λιμάνι, αγνάντεψαν ένας ένας με δέος τον ουρανό…

“Όχι, δεν είναι σύννεφο βροχής”, παρατήρησε ο αντιφύλαρχος Γαμσώταυρος, μπαίνοντας μπροστά από το πλήθος. Σάλιωσε το τσιγάρο του αντί για το δάχτυλό του και, σηκώνοντάς το με σιγουριά κόντρα στον υγρό άνεμο, δήλωσε με αποφασιστικότητα:

“Δε θα βρέξει… Τα σύννεφα βροχής είναι μαύρα. Αυτό όμως είναι ολόλευκο”.

το σύννεφο (δεν) έφερε βροχή

Η κουρούνα αίφνης σίγησε το υπέροχο τραγούδι της και με ένα απότομο τίναγμα πέταξε προς τη δύση. Ούτε αυτή τη φορά λοιπόν έφερνε το σύννεφο βροχή για το Σάντα Πόρι…

Ο κόσμος άρχισε να σφυρίζει αποδοκιμάζοντας. Ακόμα και τα πιο ήσυχα μωρά ούρλιαζαν δαιμονισμένα. Ήταν πέντε μέρες τώρα που έσπαγαν ένας ένας όλοι οι σωλήνες του ετοιμόρροπου παλαιού δικτύου στο νησί: οι σανταποριστές κάτοικοι δεν είχαν νερό ούτε για να πλυθούνε, τα ζώα διψούσαν, οι πισίνες είχαν στεγνώσει προς απογοήτευση των επίδοξων νεοκροίσων και, γενικά, αυτό το σύννεφο ήταν η προτελευταία τους ελπίδα για λίγο νερό. Απέμενε πια μόνο η λύση της παράνομης γεώτρησης για να εξασφαλίσουν νερό και για τα παιδιά τους, όπως κάποτε έκανε και ο πάνσεπτος άγιος Μπομπ ο Βου.

“Μήπως το σύννεφο φέρνει σκόνη;” ρώτησε η φύλαρχος Βαρβέτα, ψάχνοντας ένα μέρος για να προφυλάξει την πολύτιμη και μόλις περιποιημένη κόμη της. Κρύφτηκε κάτω από μία παράνομη πέργκολα και κοίταξε κι αυτή προς το σύννεφο που όλο και πλησίαζε, όλο και χαμήλωνε, μέχρι που έγινε ένα με το έδαφος στα μισά του καναλιού. Αργά, βασανιστικά, άρχισε ελάχιστα πάνω από την ατάραχη θάλασσα να έρπει προς το χωριό. Καθώς άρχιζε να γλύφει τις τελευταίες βάρκες στο μώλο το πλήθος οπισθοχώρησε σαν από ένστικτο.
Έβρεχε…

«Ααααααα!» αναφώνησαν όλοι χαρούμενοι…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΥΝΤΟΜΑ


ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΘΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΝ ΚΛΕΙΣΤΑ, ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΠΟΥ ΑΠΗΧΟΥΝ ΤΗ ΣΚΛΗΡΗ, ΚΩΜΙΚH KAI ΦΤΗΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

ΟΠΟΙΟΣ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙ
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΦΗΣΕΙ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΣΤΟ e-mail (
Next Page »

Create a free website or blog at WordPress.com.